Abstracts R

Amit. S. Rai and Hypatia Vourloumis, Substantive Collectivity.

In beating a refrain inflected by Deleuze and Guattari’s notion of “substantive multiplicity” this joint presentation will experimentally rhythm reflections that tie the shifting terrains of class struggle and racial justice to the feminist revolutions in social reproduction from Mumbai to Athens. We aim to pose the question of how to link up through a practice of memory and a practice of politics the becoming resonant with concrete struggles of sabotage, jugaad (work around), of calibaning and witching, of studying, hacking, squatting, disrupting, exiting, and queering. If, for Deleuze and Guattari, an author writing is a common action (pluralism equals monism) then intensity, flow and process and not meaning are of significance. Turning away from methods rooted in epistemologizing pluralism and difference then, we will compose, cut, and study echoes and refrains together through processes of division, separation, collection and inclusive disjunction. These molecular and micro-political compositions and solidarities are constitutive and reverberate as dissonant, counter-actualising refrains, the incongruous concurrences of motley crews. The Invisible Committee write that revolutionary movements do not spread by contamination but by resonance. Our presentation will attempt to trace the ways a poesis and rhythm of collectivity is made up of and unfurls resonances as well as resonate “a-signifying ruptures,” and the ways in which the refrain sounds out substantive collectivity in its repeated difference.

Amit S. Rai teaches at Queen Mary, University of London. His study of new media in India, entitled Untimely Bollywood: Globalization and India’s New Media Assemblage was published by Duke University Press in 2009. Previously he was an associate professor of film, media, and postcolonial studies at Florida State University. He received his PhD in Modern Thought and Literature from Stanford University in 1995 in anthropology and postcolonial criticism, and has taught at the New School for Social Research and the Tata Institute of Social Sciences. He is also the author of Rule of Sympathy: Race, Sentiment, and Power (Palgrave: 2002). He is currently at work on a monograph on Indian urban mobile phone cultures tentatively titled, Jugaad Time: Media, Sensation, and Value.

Charis Raptis, Beyond the Lacanian phallo-arborocentrism: the phallus as a rhizome and the object α as a desiring-machine (Πέραν του λακανικού φαλλο-δενδροκεντρισμού: ο φαλλός ως ρίζωμα και το αντικείμενο α ως επιθυμητική μηχανή).

“Desire does not lack anything,” Deleuze and Guattari polemically claim in Anti-Oedipus (1972/1973), thus summarizing their inextricably theoretical and political critique of psychoanalysis, namely, the negative conception of desire as lack. For Deleuze and Guattari, psychoanalysis is guilty of a dictatorial reductionism implemented by the conceptual (representational) figures of the Freudian Oedipus and the Lacanian phallus as the two major operators of negativation of desire and repression of the productive and creative forces of the unconscious in general. “Psychoanalysis,” as stated in A Thousand Plateaus (1980), “subjects the unconscious to arborescent structures . . . central organs, the phallus, the phallus-tree.” In Derridean terms, this raises the question of the phallus as a transcendental signifier/signified, which organizes and governs the economy of desire, castration and lack, as well as of the so-called phallogocentrism of the unconscious. Merging the philosophical vocabulary of Derrida with that of Deleuze and Guattari, I propose the term phallo-arborocentrism, in reference to which I will attempt to display, first, that the Lacanian phallus is characterized by a conceptual pluralism not easily reduced to the figure of the tree, thus constituting a deterritorializing rhizome rather than an arborescent structure; and second, that while, in the early Lacan of the primacy of the Symbolic, the phallic signifier institutes desire as lack, there is another Lacan, the later Lacan, who, as Deleuze and Guattari admit in Anti-Oedipus, defines desire in terms of a real production through the object small α as a desiring-machine.

Charis Raptis has been awarded a PhD in Media Philosophy and Aesthetics by the Panteion University of Athens. He has taught cultural and communication theories in the MA Program in Cultural Management at Panteion University and theory and image in the MA Program in Digital Arts at the Athens School of Fine Arts. He is the author of Poe, Lacan, Derrida: Connections (Athens: Smili, 2013 – in Greek). He is a member of the editorial board of the Greek journal for psychoanalysis, philosophy and the arts, αληthεια. His research interests and publications centre on Lacanian psychoanalysis, continental philosophy, media theory and their intersection. 


Jason Read, The Affective Economy: Producing and Consuming Affects in Deleuze and Guattari

The thought of Gilles Deleuze (and Félix Guattari) bears on ambiguous relation with respect to the “affective turn” in critical thought that it supposedly helped initiate. This ambiguity touches on the very role and meaning of affects. From Deleuze’s writings on Nietzsche and Spinoza through the collaborations of Capitalism and Schizophrenia Deleuze and Guattari insist on the central role of the affects, joy, sadness, fear, and hope, as structuring individual and collective life. In that sense, Deleuze and Guattari are rightfully hailed as central figures in a turn towards affect. However, if, as some argue, the “affective turn” is a turn towards the lived over the structural and the intimate over the public and objective, then Deleuze and Guattari’s thought has a much more complex relation to affects. The broader polemical target of Deleuze and Guattari’s Anti-Oedipus, beyond the specific polemics with psychoanalysis, is any explanatory theory that would reduce social relations to intimate and individual relations. Deleuze and Guattari’s claim that there is only “the desire and the social, and nothing else” is oriented against such individualistic accounts of subjectivity. Moreover, Deleuze and Guattari’s conception of capitalism as defined by axioms rather than codes is that of a social relation that reproduces itself in and through the encounter of abstract quantities of money and labor power, a social relation that is indifferent to the beliefs and meaning that we attach to it. Thus, if affect is central to Deleuze and Guattari’s thought it is necessary to add the caveats that affect must be thought of as anti-individualistic, as social rather than intimate, as in some sense impersonal. It is then the strength of Deleuze and Guattari's thought that it posits affect as not only rigorously transindividual, but also economic and political rather than psychic.


Ioannis Rigas

Η μηχανη της αντιπροσωπευσης/ του σημειου/ της ταυτοτητας σκεφτομαι πως μπορει να λειτουργει σαν  ενα απο τα Oedipals της ντελεζιανης μιντιακης αναλυσης, οποτε καλο ειναι να εφευρεθει ενας ακομη τροπος που θα διαχεει τις αναπαραστασιακες δυναμεις και να τις πολλαπλασιαζει. Η στρατηγικη της σεξουαλικης διαφορας, αμα το εχω καταλαβει σωστα, ειναι η εξης: καταληψη του γυναικειου ως φαντασιακος χωρος με τακτικη τον πολλαπλασιασμο του π.χ. γυναικειου σε απειρες σχεσεις/ επιθυμιες/ συμπεριφορες/ σωματομορφίες κτλ, ωστε ο πολλαπλασισμος αυτος να δημιουργει ρωγμες στο ιδιο το σημειο ‘’γυναικειο’’ και ‘’γυναικα’’.  Η φεμινιστικη στρατηγικη της Ροζι Μπρα’ι’ντοττι, μου εδωσε το πατημα που χρειαζομουν (...) Στο βιβλιο Ντελεζ και ερευνητικες μεθοδολογιες, αναφερεται πως οι ντελεζιανες μεθοδοι ειναι συμπληρωματικες και δεν θελουν να μειωσουν ή να αντικαταστησουν τις μεθοδολογιες της αναπαραστασης, αλλα ως παραπανω απο αναπαραστασιακες (Deleuzeandresearchmethodologies 2013, σελ 63). Το ερωτημα ομως που προκυπτει ειναι γιατι αυτος ο δυισμος? Γιατι ή το ενα ή το αλλο?

Το νοημα της αντιπροσωπευσης/αναπαραστασης ειναι αποκλυσμενο απο την υλη, το συγκεκριμενο, το χωρικα και χρονικα τοποθετημενο, ειναι αυλο, ειναι καθολικο. H αντιπροσωπευση ως ιδεα/σχεδιο (concept) ομως ειναι πληθυντικο, ειναι ιστορικο, αλλαζει, απλωνεται στο χωρο και το χρονο. Ομως, μπορω να φανταστω την αντιπροσωπευση ως μηχανη να συνδεεται με την υλη, οχι να την καλυπτει, παρα να ειναι ενα απο τα κομματια της. Για παραδειγμα η αναπαρασταση του γυναικειου ή του queer ή του ανδρικου διαφερει απο τοπο σε τοπο και μετασχηματιζεται μεσα στο χρονο, το σωμα και οι δυνατοτητες του δεν ειναι σταθερες και ενιαιες μορφες. Μεσα σε αυτα τα πλαισια λοιπον δεν θα μπορουσε να λειτουργησει  ως μεσο, ως οχημα μεσω του οποιο θα  ανατραπει? Αναρωτιεμαι ποιος ειναι αυτος ο τροπος και αμα αξιζει το ρισκο. Μπορει το εφευρημα της αντιπροσωπευσης να λειτουργησει ως αντιπροσωπευση της διαφορας και του γιγνεσθαι (becoming) των μιντιακων σωματων; Μπορει η λεξη, το σημειο ‘αντιπροσωπευει’ να λειτουργησει ως κελυφος αναδυκνυοντας την υλικοτητα του; Μπορουμε να αρνηθουμε να δεχτουμε το κυριαρχο περιεχομενο της λεξης ‘αντιπροσωπευση’ ως απαραιτητο, ως αλλες Αλικες στις χωρες των θαυματων ( Pisters 2003 p115 quotesTeresadeLauretisAliceDoesnt);


Eleni Roumkou, ‘Οντολογική στροφή’ στην πολιτική θεωρία: Επανάληψη και Γεγονός στον Deleuze

Η κύρια διαφορά ανάμεσα στην οντολογία του Deleuze και του Guattari και σε μία πιο παραδοσιακή μπορεί να αναγνωσθεί ως μία απάντηση στην αξίωση του Bergson ότι η παραδοσιακή οντολογία χωροποιεί τον χρόνο. Η οντολογία του Deleuze και του Guattari παρέχει ένα μέσο για την προσέγγιση του χρόνου ως ένα σύνολο που έχει διάρκεια, μάλλον, και δεν παραμένει στον χωροποιημένο χρόνο της πρακτικής ύπαρξης. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί στη διαισθητική ενόραση για δημιουργικές λύσεις στα πιεστικά προβλήματα της σύγχρονης ζωής. Η πολιτική για τον Deleuze αναδύεται από γεγονότα, στα οποία αυτό που αλλάζει πρωτίστως δεν είναι ο κόσμος μας, αλλά εμείς οι ίδιοι, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία αλλαγή στον κόσμο. Αυτές οι αλλαγές, με τη σειρά τους, είναι ζήτημα επανάληψης. Προτείνει, λοιπόν, μία εναλλακτική σύλληψη της επανάληψης. Από τη μία, η επανάληψη αυτή πρέπει να εστιάζει όχι στις ομοιότητες μεταξύ των επαναλήψεων, αλλά στις διαφορές τους, δείχνοντας πώς αυτές μπορεί να σημαίνουν πραγματική καινοτομία ή δημιουργία: η επανάληψη ουσιαστικά επαναλαμβάνει τη διαφορά και η διαφορά φέρνει μαζί της το καινούριο. Από την άλλη, η επανάληψη πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από μία διαφορά που λαμβάνει χώρα στον χρόνο, που γίνεται αντιληπτός ως γραμμική χρονολογική σειρά. Αυτή η χρονολογική ή ‘clock time’ αντίληψη είναι ο χρόνος στον οποίο η παραδοσιακή έννοια τοποθετεί τις επαναλήψεις, και δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να μετρά μία αδιάφορη χρονική απόσταση ανάμεσά τους. Είναι αυτό που ο Heidegger ονομάζει καθημερινή ή ‘κοινή’ έννοια του χρόνου. Ο χρόνος, βεβαίως, βιώνεται με την κοινή αυτή μορφή, αλλά είναι αναγκαίο, να δείξουμε πώς ο κοινός χρόνος πηγάζει από μία πιο πρωταρχική χρονικότητα —δηλαδή, από τη θεμελιώδη δομή του χρόνου, η οποία για τον Heidegger σκιαγραφεί τον ορίζοντα της κατανόησης της ύπαρξης. Ο Deleuze προεκτείνει τη σκέψη του Heidegger, παρέχοντας μία περισσότερο ολοκληρωμένη οντολογική επεξεργασία. Προς την κατεύθυνση αυτή, ο Deleuze κατανοεί το παρελθόν ως το εικονικό αρχείο των πολλαπλών δυνατοτήτων και το παρόν ως μία πραγμάτωση αυτών των δυνατοτήτων μεταξύ πολλών. Η τρίτη σύνθεση του χρόνου, το μέλλον, εμφανίζεται ως απρόβλεπτη επιλογή, ανάμεσα στο ανεξάντλητο σύνολο των εικονικών συνθηκών, ενός υπο-συνόλου των προϋποθέσεων, που θα γίνουν σχετικές, μέσα από επακόλουθη πραγματοποίηση. Δεν είναι το παρόν μόνο μία πραγμάτωση μεταξύ πολλών, αλλά η σχέση του με το παρελθόν δεν έχει εξαντληθεί ή προσδιοριστεί στην πραγμάτωσή του και μόνον: η σχέση του με το παρελθόν θα έχει καθοριστεί από τις μελλοντικές πραγματώσεις, καθεμία από τις οποίες αλλάζει διαδοχικά τις σχέσεις μεταξύ αυτού του παρόντος και του συναφούς παρελθόν της. Η σύνθεση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως πρακτική του μέλλοντος, διότι — για να θυμηθούμε έναν όρο-κλειδί από τον Αντι-Οιδίποδα — η επιθυμία είναι μία δύναμη που ανιχνεύει το παρελθόν από τη σκοπιά του παρόντος, για την αναζήτηση πιθανών συνδυασμών να επικαιροποιηθεί. Με τον τρόπο αυτό, μία καινούρια, μη γραμμική αντίληψη του χρόνου δημιουργείται προτείνοντας έναν εντελώς νέο ρόλο για τη φιλοσοφία.

Η Ελένη Ρούμκου γεννήθηκε στην Καβάλα (1958). Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έχει Μεταπτυχιακό του Τμήματος Φιλολογίας (1993). Είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 2003). Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Με κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντα την Κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία και Νεότερη και σύγχρονη ευρωπαϊκή φιλοσοφία, δημοσίευσε σειρά άρθρων και μελέτες.

Cesary Rudnitcky Two regimes of exercises

The objective of my presentation is to extract, from D&G’s work, an important ethical motive. Following Foucault, I understand ethics as a reflection on the modes of subjectivation or “practices of the self”. I’m going to argue that those practices (or exercises) have basically two modalities: paranoid and schizophrenic. In the introduction I will discuss the Foucauldian conception of ascetics as a part of his project of the ethic of the Self. In the first part I am going to interpret the theory of practice presented by Sloterdijk in his book You Must Change Your Life as a development of Foucauldian ethical project. After shedding some light upon the very concept of practice in Sloterdijk, I will discuss the issue of vertical tension and hierarchy. I believe that the autoplastic practices/exercises analyzed by German philosopher follow the scheme of paranoid regime. In the second part I will discuss the D&G concept of becoming and interpret it in terms of schizophrenic regime of the ethical exercise. I shall argue that the true meaning of ethical exercise/practice (if it should remain a practice of freedom) is becoming rather than surpassing the others. In closing remarks I will point at some weaknesses of Foucault’s project. My conclusion will be, that only a foucauldodeleuzoguattarian ethics, an ethics of the Self-in-becoming, may sound like a refrain of freed.

Cezary Rudnicki (1986) – nomad and pagan; editor and co-founder of Machina Myśli – Internet portal to popularize philosophy; PhD student in the Department of History of Contemporary Philosophy, University of Warsaw, where he is preparing a dissertation devoted to the ethics of the Self; he published articles about Deleuze and Guattari, Benjamin, Foucault and Mumford.


Andrew Robinson, (co-author Phoebe Moore) The Politics of Wearables: The Quantified Self at Work

The quantified self movement (QSM) is an emerging trend identified by a range of technological devices used for self-tracking. Such technologies can be used for first-person digital ethnographies, lifelogging, and self-tracking of mental and physical activities as well as recording surroundings and actions also seen in the police force (Atkinson, 2014) and professional sports (Wade, 2014). Emerging discussions in the QSM neglect to identify the exploitative, political economy aspects of such technologies, usually portraying them as improvements in self-knowledge and happiness (see recent Goldsmiths/Rackspace report and Wilson, 2013b; Nield, 2014). QS technologies treat body and mind as interconnected and inseparable, challenging the dualism of body and mind in practice even while affirming it in rhetoric. However, they tend to unite body and mind under the sign of mind, as techniques of managerial (mental) control, what Rose (2001) terms the 'politics of life itself'. The difficulty, however, is that this politics does not speak to ‘life itself’, any more than Fordism or medievalism. What it speaks to is a particular quantitative, spatial representation of life. From a Deleuzian-Bergsonian viewpoint, what is missing here is any awareness of the dimension of life as such – the field of the temporal, of becoming and differenciation, and of the unique experience of life – in Marxian terms, of labour-power prior to its equivalential capture by capital.

Marc Rölli: Deleuze and Radical Pragmatism

Since the book on David Hume (1953) a pragmatist inspiration is alive in the work of Deleuze, that is influenced by the William James readings of Jean Wahl. In them not only the proximity of pragmatism to Bergsonism is expressed. From the beginning, especially the pluralistic setting in Deleuze's pragmatism plays a central role. In my contribution, this commitment to pluralism will be reflected in its theoretical importance,by addressing Deleuze's later Nietzsche and Spinoza readings, the difference philosophy and it’s ontological and epistemological implications. Even the „generalized pragmatics“ in Mille Plateaux or the idea of „immanence“ in What is Philosophy? is driven by a radical understanding of pragmatist beliefs.

Marc Rölli, Prof. Dr., is head of the research focus „theory and methods“ at Zurich University of the Arts, Switzerland, and full professor at the Department of Philosophy at Fatih University in Istanbul, Turkey. Recent Publications include: Gilles Deleuze. Philosophie des transzendentalen Empirismus, Vienna 2012 (2nd edition); Kritik der anthropologischen Vernunft, Berlin 2011; Philosophie und Nicht-Philosophie. Gilles Deleuze – aktuelle Diskussionen (ed. together with F. Balke), Bielefeld 2011; Mikropolitik. Einführung in die politische Philosophie von Gilles Deleuze und Félix Guattari (together with R. Krause), Vienna 2010.